Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Βιολογική Μελισσοκομία


από την ιστοσελίδα της  
Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΤΕΙ Κρήτης


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΜΕΡΟΣ 1ο. ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑ
ΜΕΡΟΣ 2ο. ΑΡΧΕΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΕΛΙΣΟΚΟΜΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ 3ο. ΕΧΘΡΟΙ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
    ΝΟΖΕΜΙΑΣΗ
    ΒΑΡΡΟΑΤΩΣΗ
    ΤΡΑΧΕΙΑΚΗ ΑΚΑΡΙΑΣΗ
    ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΗΨΙΓΟΝΙΑ
    ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΗΨΙΓΟΝΙΑ
    ΑΣΚΟΣΦΑΙΡΩΣΗ
    ΣΑΚΚΟΜΟΡΦΗ ΣΗΨΙΓΟΝΙΑ
    ΠΑΡΑΛΥΣΗ
    ΣΗΨΑΙΜΙΑ
    ΡΙΚΕΤΣΙΩΣΗ
    ΑΜΟΙΒΑΔΩΣΗ
    ΑΣΠΕΡΓΙΛΩΣΗ Ή ΛΙΘΩΔΗΣ ΓΟΝΟΣ
    ΚΗΡΟΣΚΟΡΟΣ
    ΜΕΛΙΣΣΟΨΕΙΡΑ
    ΑΛΛΟΙ ΕΧΘΡΟΙ.
ΜΕΡΟΣ 4ο. ΕΠΙΛΟΓΟΣ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο όρος “βιολογικός” ορίστηκε στην Ελλάδα να καθορίζει, όποιο γεωργικό προϊόν παράγεται χωρίς χημικά λιπάσματα, φάρμακα και γενικότερα με πιο φιλικούς προς το περιβάλλον τρόπους.
Σύμφωνα με κάποιους άλλους ο όρος αυτός χαρακτηρίζει όλα τα γεωργικά, σε πρώτη φάση και ζωικά σε δεύτερη, προϊόντα, που παράγονται σύμφωνα με τον κανονισμό(EK) 2092/91 και το συμπλήρωμά του τον κανονισμό(ΕΚ) 1804/99.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, η ανάγκη που υπήρξε στην κοινωνία μας ήταν να έχουμε στη διάθεσή μας “καθαρότερα” τρόφιμα, που να παράγονται με σεβασμό στο περιβάλλον.
Σ’ ότι αφορά βέβαια τα γεωργικά προϊόντα, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε, απ’ αυτά που ακούμε και βλέπουμε, πόσο επιβαρημένα είναι και με ποιές διαδικασίες φθάνουν στην κατανάλωση.
Στα ζωικά και ειδικά στα γαλακτοκομικά επίσης είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό κάτι τέτοιο, μέσα από το άκουσμα και μόνο των αντιβιοτικών, της προέλευσης των σιτηρεσίων, αλλά και των συνθηκών ασφυκτικού ενσταβλισμού που επικρατούν.
Αν στα παραπάνω για να συμπληρώσουμε το παζλ της διατροφής μας προσθέσουμε λεκτικά μόνο τις χρωστικές, τα συντηρητικά, τα πηκτικά, τα αντιοξειδωτικά, τους σταθεροποιητές και άλλα πολλά που ανήκουν στη γνωστή ομάδα των Ε, τα περισσότερα από τα οποία είναι εργαστηριακής (χημικής) προέλευσης, καταλαβαίνουμε το λόγο για τον οποίο υπήρξε “ανάγκη” παραγωγής “καθαρότερων” τροφίμων.
Η ερώτηση που γεννάται και θα προσπαθήσει να δώσει μια περιεκτική και σύντομη απάντηση η παρούσα συγγραφή, είναι γιατί φθάσαμε να μιλούμε για βιολογική μελισσοκομία και τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται στη πράξη.
Στο πρώτο μέρος αυτής της συγγραφής, τίθεται το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει και κάτω από ποιές προϋποθέσεις, βιολογική μελισσοκομία.
Στο δεύτερο μέρος αναφέρεται κατά γράμμα το νομοσχέδιο και γίνονται κάποιες παρατηρήσεις, που δεν είναι τίποτα άλλο από προβληματισμούς για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στο τρίτο μέρος γίνεται εκτενής αναφορά στις ασθένειες και τους εχθρούς, που προσβάλουν τα μελίσσια, καθώς και στους τρόπους αντιμετώπισης στα πλαίσια της βιολογικής μελισσοκομίας.
Το τέταρτο και τελευταίο μέρος αποτελεί τον επίλογο, ο οποίος συνοδεύεται από κάποια συμπεράσματα και διαπιστώσεις που έγιναν καθόλη την ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα.
Στο τέλος υπάρχει όλη η βιβλιογραφία και οι δημοσιευμένες εργασίες, από τις οποίες αντλήθηκε το υλικό αυτής της συγγραφής.
ΜΕΡΟΣ 1ο
Φθάσαμε στο σημείο λοιπόν αυτό το καθαρό και αγνό προϊόν, το μέλι, να το εντάσσουμε στα μολυσμένα προϊόντα και να επιδιώκουμε πλέον την παραγωγή βιολογικού προϊόντος.
Υπάρχει μια διαδικασία, η οποία ακούει στο όνομα “υπερεντατικοποίηση”, που περικλείει όλα τα αίτια που μας οδήγησαν στην ανάγκη παραγωγής βιολογικών προϊόντων για όλες τις μορφές καλλιέργειας.
Στην περίπτωση της μελισσοκομίας η επιδίωξη να παράγει η μονάδα του μελισσιού όλο και περισσότερο, οδήγησε τους μελισσοκόμους στην εφαρμογή διαφόρων τεχνικών, όπως η τεχνητή διατροφή, η μεταφορά βασιλισσών κλπ. Οι πρακτικές αυτές όμως έφεραν διατάραξη στη μελισσοκοινωνία με αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφόρων εχθρών και ασθενειών. Η χημική καταπολέμηση ήρθε σαν μάνα από τον ουρανό να δώσει λύσεις εύκολες και γρήγορες στα προβλήματα. Όλοι έβλεπαν το σύμπτωμα και η αντιμετώπιση περιοριζόταν στην καταπολέμηση του παθογόνου, όπως γίνεται σ’ όλες τις συμβατικές μορφές αντιμετώπισης παρασίτων στην γεωργία, κτηνοτροφία, ακόμα και στον ίδιο τον άνθρωπο.
Σήμερα η περιεκτικότητα χημικών υπολειμμάτων στα προϊόντα της μέλισσας είναι όλο και μεγαλύτερη. Η προέλευσή τους είναι είτε από την συλλογή νέκταρος των μελισσών, από συμβατικές ψεκασμένες καλλιέργειες είτε -κυρίως- από την χρήση μελισσοφαρμάκων (malathion, fluvalinate, sulfathizol, chlorobenzilate, αντιβιοτικών κλπ).
Ας σημειωθεί εδώ ότι ο μελισσοκόμος δε διαφέρει από πολλούς άλλους παραγωγούς, που έχουν σαν βάση το “όσο πιο πολύ τόσο πιο καλά”, κάτι βέβαια που έχει σαν αποτέλεσμα τη χρήση όλο και μεγαλύτερων συγκεντρώσεων φαρμάκων με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων, αλλά και στην παραπέρα αντιμετώπιση των παθογόνων λόγω εθισμού.
Επίσης θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αρκετές ουσίες υπόκεινται μια μερική ή ολική διάσπαση, αναλογικά της περιόδου αποθήκευσης του μελιού (πίνακας 1), ενώ η πιθανότητα να βρούμε υπολείμματα είναι τόσο μικρότερη όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ επέμβασης και τρύγου.
Σχολιάζοντας λίγο τον πίνακα 1, θα δούμε ότι υπάρχουν ουσίες που δεν αποδομούνται, ενώ αξίζει να αναφέρουμε ότι συνεχείς επεμβάσεις με oxytetracycline, έχουν σαν αποτέλεσμα τη συγκέντρωση αυξημένων ποσοτήτων αντιβιοτικού στο μέλι που διατηρούνται για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα (υπάρχει αναφορά για περισσότερο από τρία χρόνια).

Πίνακας 1

Φάρμακο Χρόνος αποδόμησης (εβδομάδες)
fluvalinate (Apistan Mauric) 24 στους 35οC
coumaphos (Perizin) Δεν αποδομείται
bromopropylate (Folbex-VA) Περισσότερο από 36
malathion 10-12
amitraz (TacTic) 3-4
oxytetracycline 6-10
soulphadiazol Δεν αποδομείται
Γαλακτικό οξύ 7-8
Τέλος πρέπει να πούμε ότι από το θέμα των υπολειμμάτων δεν εξαιρούνται και οι ουσίες που επιτρέπονται από τον κανονισμό για τη βιολογική μελισσοκομία. Τα άλλοθί τους τουλάχιστον για την ώρα είναι ότι πολλές από αυτές περιέχονται στο μέλι από την φυσική νεκταροσυλλογή και ότι δεν υπάρχουν τα ανάλογα πειραματικά που να συνιστούν ανώτερα όρια συγκεντρώσεων.
Το ερώτημα για τα υπολείμματα , σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αντιλήψεις, δεν είναι αν υπάρχουν στα τρόφιμα και ειδικότερα στα προϊόντα μέλισσας αλλά σε τι συγκεντρώσεις υπάρχουν και πόσο επικίνδυνα είναι για την υγεία του καταναλωτή.
Στην περίπτωση της βιολογικής αντίληψης αυτές οι συγκεντρώσεις, τουλάχιστον των χημικών φαρμάκων, πρέπει να είναι μηδέν.
Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι στα πλαίσια της “βιολογικής” έννοιας πρέπει να δούμε την μελισσοκοινωνία σαν ένα έμβιο σύνολο με υψηλές δυνατότητες αυτοσυντήρησης, που μπορεί να λειτουργήσει σαν εκμετάλλευση και όχι σαν μια μηχανή παραγωγής μελιού που αποτελείται από κομμάτια, τα οποία είναι εύκολο να αντικατασταθούν ή να διορθωθούν όταν χαλάσουν.

ΜΕΡΟΣ 2ο
Οι αρχές της βιολογικής μελισσοκομίας περιγράφονται στον κανονισμό(ΕΚ) 1804/99, που έρχεται να συμπληρώσει τα κτηνοτροφικά προϊόντα, στον κανονισμό(ΕΚ) 2092/91, που αναφέρεται στον βιολογικό τρόπο παραγωγής των γεωργικών προϊόντων.
α) Μελισσοκομία και μελισσοκομικά προϊόντα(κανονισμός 1894/99)
1 Γενικές αρχές
1.1 Η μελισσοκομία αποτελεί σημαντική δραστηριότητα η οποία συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος και στη γεωργική και δασική παραγωγή μέσω της επικονίασης που γίνεται από τις μέλισσες.
1.2 Ο χαρακτηρισμός των μελισσοκομικών προϊόντων ως βιολογικής παραγωγής συνδέεται στενά τόσο με τα χαρακτηριστικά της μεταχείρισης των κυψελών όσο και με την ποιότητα του περιβάλλοντος. Αυτός ο χαρακτηρισμός εξαρτάται επίσης από τις συνθήκες συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης των μελισσοκομικών προϊόντων.
1.3 Όταν ένας παραγωγός εκμεταλλεύεται πολλές μελισσοκομικές μονάδες στην ίδια περιοχή, όλες οι μονάδες πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Κατά παρέκκλιση απ’ αυτή την αρχή, ένας παραγωγός μπορεί να εκμεταλλεύεται μονάδες που δεν είναι σύμφωνες προς τον παρόντα κανονισμό υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του κανονισμού πλην των διατάξεων που ορίζονται στο σημείο 4.2 σχετικά με τη θέση των μελισσοκομείων. Στην περίπτωση αυτή, το προϊόν δεν μπορεί να πωλείται με αναφορά στον βιολογικό τρόπο παραγωγής.
2. Περίοδος μετατροπής
2.1 Τα μελισσοκομικά προϊόντα είναι δυνατόν να πωλούνται με αναφορά στον βιολογικό τρόπο παραγωγής μόνο εφόσον οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού έχουν τηρηθεί επί τουλάχιστον ένα έτος. Κατά την περίοδο μετατροπής το κερί πρέπει να αντικαθίσταται σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο σημείο 8.3
3. Καταγωγή των μελισσών
3.1 Κατά την επιλογή των φυλών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ικανότητα προσαρμογής των ζώων στις τοπικές συνθήκες, καθώς και η ζωτικότητά τους και η αντοχή στις ασθένειες. Προτιμάται η χρησιμοποίηση των ευρωπαϊκών φυλών της Apis meliffera και των τοπικών οικοτύπων τους.
3.2 Τα μελίσσια πρέπει να δημιουργούνται μέσω διαίρεσης των παλιών μελισσιών ή μέσω της αγοράς σμηνών ή κυψελών από μονάδες που πληρούν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
3.3 Ως πρώτη παρέκκλιση, υπό την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισης από την αρχή ή τον φορέα επιθεώρησης, τα μελίσσια που υπάρχουν στη μονάδα παραγωγής η οποία δεν πληροί τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού είναι δυνατόν να μετατρέπονται.
3.4 Ως δεύτερη παρέκκλιση, είναι δυνατόν να αγοράζονται σμήνη από μελισσοτρόφους που δεν παράγουν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου που λήγει 24 Αυγούστου 2002 εφόσον υπάρχει περίοδος μετατροπής.
3.5 Ως τρίτη παρέκκλιση, η ανασύσταση των μελισσιών επιτρέπεται από την αρχή ή τον φορέα ελέγχου, όταν δεν είναι διαθέσιμα μελίσσια που παράγουν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, σε περίπτωση υψηλής θνησιμότητας των ζώων που οφείλεται σε ασθένειες ή καταστροφικές περιστάσεις, εφόσον υπάρχει περίοδος μετατροπής.
3.6 Ως τέταρτη παρέκκλιση, για την ανασύσταση των μελισσιών είναι δυνατόν να ενσωματώνεται στη μονάδα βιολογικής παραγωγής κατ’ έτος ένα 10% βασιλισσών και σμηνών που δεν πληρούν τον παρόντα κανονισμό, υπό τον όρο ότι οι βασίλισσες και τα σμήνη τοποθετούνται σε κυψέλες με κηρήθρες ή βάσεις(φύλλα) κηρήθρων που προέρχονται από μονάδες βιολογικής παραγωγής. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν επιβάλλεται περίοδος μετατροπής.
4 Θέση των μελισσοκομείων
4.1 Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν περιοχές ή τοποθεσίες στις οποίες δεν επιτρέπεται μελισσοκομία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ο μελισσοκόμος παρέχει, στην αρχή ή το φορέα επιθεώρησης, χάρτη, σε κατάλληλη κλίμακα, στον οποίο επισημαίνεται η θέση των κυψελών, όπως προβλέπεται στο παρ.ΙΙΙ, μέρος Α1, τμήμα 2, πρώτη περίπτωση (Κατά την έναρξη εφαρμογής του καθεστώτος ελέγχου, ο παραγωγός, ακόμα και αν η δραστηριότητά του περιορίζεται στη συλλογή αυτοφυών φυτών, και ο οργανισμός ελέγχου, πρέπει να προβούν σε πλήρη περιγραφή της μονάδας με ένδειξη των χώρων αποθήκευσης και παραγωγής και των αγροτεμαχίων ή/και των περιοχών συλλογής και ενδεχομένως των χώρων όπου πραγματοποιούνται ορισμένες εργασίες μεταποίησης ή/και συσκευασίας). Όταν δεν εντοπίζονται τέτοιες τοποθεσίες, ο μελισσοκόμος οφείλει να παρέχει στην αρχή ή τον φορέα επιθεώρησης επαρκή τεκμηρίωση και αποδεικτικά στοιχεία, όπου περιλαμβάνονται και κατάλληλες αναλύσεις εφόσον είναι αναγκαίες ότι οι τοποθεσίες στις οποίες έχουν πρόσβαση τα μελίσσια του, πληρούν τους όρους του παρόντος κανονισμού.
4.2 Η θέση των μελισσοκομείων πρέπει :
α) να εξασφαλίζει αρκετές φυσικές πηγές νέκταρος, μελιτώματος και γύρης για τις μέλισσες και πρόσβαση σε νερό.
β) να είναι τέτοια ώστε, σε ακτίνα 3 km από τη θέση του μελισσοκομείου, οι πηγές νέκταρος και γύρης να αποτελούνται βασικά από βιολογικές καλλιέργειες ή/και αυτοφυή βλάστηση σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 6 και του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού, και οι καλλιέργειες αυτές να μην εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, αλλά να εφαρμόζονται σ’ αυτές μέθοδοι με μικρή επίδραση στο περιβάλλον, όπως λ.χ., οι περιγραφόμενες στα προγράμματα που καταρτίζονται βάσει του κανονισμού(ΕΟΚ) 1078/92, οι οποίες δεν επηρεάζουν σημαντικά τον βιολογικό χαρακτήρα της μελισσοκομικής παραγωγής.
γ) να είναι τέτοια ώστε να διατηρείται αρκετή απόσταση από οποιεσδήποτε πηγές μη γεωργικής παραγωγής που ενδεχομένως προκαλούν μόλυνση, όπως για παράδειγμα : αστικά κέντρα, αυτοκινητοδρόμους, βιομηχανικές περιοχές, χώρους διάθεσης απορριμμάτων, αποτεφρωτές απορριμμάτων, κλπ. Οι αρχές ή οι φορείς ελέγχου θεσπίζουν μέτρα που εξασφαλίζουν την τήρηση αυτής της απαίτησης.
Οι ανωτέρω απαιτήσεις δεν ισχύουν για περιοχές όπου δεν υπάρχει ανθοφορία ή όταν οι μέλισσες βρίσκονται σε νάρκη (ξεχειμώνιασμα).
5. Διατροφή
5.1 Στο τέλος της παραγωγικής περιόδου, πρέπει να αφήνονται στις κυψέλες άφθονα αποθέματα μελιού και γύρης, ικανά να καλύψουν τις ανάγκες της χειμερινής περιόδου.
5.2 Η τεχνητή διατροφή των μελισσιών επιτρέπεται σε περίπτωση που απειλείται η επιβίωση τους λόγω άκρως δυσμενών κλιματικών συνθηκών. Η τεχνητή διατροφή γίνεται με βιολογικό μέλι, προερχόμενο κατά προτίμηση από την ίδια βιολογική μονάδα.
5.3 Ως πρώτη παρέκκλιση από το σημείο 5.2, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να επιτρέπουν τη χρήση σιροπιού ζάχαρης βιολογικής παραγωγής ή μελάσας ζάχαρης βιολογικής παραγωγής αντί του μελιού βιολογικής παραγωγής κατά την τεχνητή διατροφή, οσάκις αυτό επιβάλλεται από κλιματικές συνθήκες που προκαλούν κρυστάλλωση του μελιού.
5.4 Ως δεύτερη παρέκκλιση, η αρχή ή ο φορέας επιθεώρησης μπορεί να επιτρέπει, για την τεχνητή διατροφή, σιρόπι ζάχαρης, μελάσα ζάχαρης και μέλι που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου που λήγει στις 24 Αυγούστου 2002.
5.5 Στα μητρώα των μελισσοκομείων καταχωρούνται τα ακόλουθα στοιχεία σχετικά με τη χρήση τεχνητής διατροφής : τύπος του προϊόντος, ημερομηνίες, ποσότητες και κυψέλες στις οποίες χρησιμοποιείται η τεχνητή διατροφή.
5.6 Άλλα προϊόντα πλην των αναφερομένων στα σημεία 5.1 έως 5.4 δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στη μελισσοκομία που τηρεί τον παρόντα κανονισμό.
5.7 Η τεχνητή διατροφή μπορεί να γίνεται μόνο κατά το διάστημα μεταξύ της τελευταίας εσοδείας μελιού και 15 ημέρες πριν την έναρξη της επόμενης περιόδου έκκρισης νέκταρος ή μελιτώματος.
6. Πρόληψη των νόσων και κτηνιατρικές αγωγές.
6.1 Η πρόληψη των νόσων στη μελισσοκομία βασίζεται στις ακόλουθες αρχές :
α) επιλογή κατάλληλων ανθεκτικών φυλών
β) εφαρμογή ορισμένων πρακτικών που συμβάλλουν στην ισχυρή αντίσταση στις νόσους και στην πρόληψη των λοιμώξεων, όπως : τακτική ανανέωση των βασιλισσών, συστηματική επιθεώρηση των κυψελών ώστε να εντοπίζονται τυχόν καταστάσεις ανώμαλες από υγειονομική άποψη, έλεγχος των κηφήνων (περιορισμός του κηφηνόγονου) στις κυψέλες, τακτική απολύμανση του υλικού και εξοπλισμού, καταστροφή του μολυσμένου υλικού ή πηγών, τακτική ανανέωση του κεριού και επαρκή αποθέματα γύρης (και μελιού) στις κυψέλες.
6.2 Εάν παρόλα τα προαναφερόμενα προληπτικά μέτρα, τα μελίσσια ασθενήσουν ή μολυνθούν, πρέπει να υποβάλλονται αμέσως σε θεραπευτική αγωγή, εφόσον χρειάζεται, τα μελίσσια μπορεί να τοποθετούνται σε απομονωμένες μελισσοκομικές εγκαταστάσεις.
6.3 Για τη χρησιμοποίηση κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων κατά τη μελισσοκομία που τηρεί τον παρόντα κανονισμό, τηρούνται οι ακόλουθες αρχές:
α) Είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται στο μέτρο που η αντίστοιχη χρήση επιτρέπεται στο κράτος μέλος με βάση τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις σύμφωνες προς την κοινοτική νομοθεσία.
β) Χρησιμοποιούνται κατά προτίμηση φυτοθεραπευτικά και ομοιοπαθητικά προϊόντα αντί των αλλοπαθητικών συνθετικών χημικών προϊόντων, εφόσον η θεραπευτική τους ικανότητα είναι αποτελεσματική για την ασθένεια για την οποία προορίζεται η αγωγή.
γ) Εάν η χρησιμοποίηση των προαναφερομένων προϊόντων αποδεικνύεται ή φαίνεται να είναι αναποτελεσματική για την εκρίζωση νόσου ή μόλυνσης, η οποία υπάρχει κίνδυνος να εξοντώσει τα μελίσσια , επιτρέπεται η χρησιμοποίηση αλλοπαθητικών χημικών φαρμακευτικών προϊόντων υπό την ευθύνη κτηνιάτρου, ή άλλων προσώπων που έχουν λάβει σχετική άδεια από το κράτος μέλος, με την επιφύλαξη των στοιχείων α) και β).
δ) Απαγορεύεται η προληπτική χρήση αλλοπαθητικών συνθετικών χημικών φαρμακευτικών προϊόντων.
ε) Με την επιφύλαξη της αρχής του παραπάνω στοιχείου α), το μυρμηκικό οξύ, το γαλακτικό οξύ, το οξικό οξύ και το οξαλικό οξύ και οι ουσίες μενθόλη, θυμόλη, ευκαλυπτόλη, καμφορά είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται σε περίπτωση βαρροικής ακαρίασης (Varroa jacobsoni).
6.4 Πέραν των ανωτέρων αρχών, επιτρέπονται οι κτηνιατρικές αγωγές ή οι επεξεργασίες των κυψελών, κηρήθρων κλπ, που είναι υποχρεωτικές δυνάμει της εθνικής ή της κοινοτικής νομοθεσίας.
6.5 Σε περίπτωση αγωγής με αλλοπαθητικά συνθετικά χημικά προϊόντα, τα μελίσσια στα οποία εφαρμόζεται η αγωγή πρέπει να απομονώνονται κατά τη διάρκεια της εν λόγω αγωγής και όλο το κερί πρέπει να αντικαθίσταται με κερί που πληροί τους όρους του παρόντος κανονισμού. Στη συνέχεια, για τα μελίσσια αυτά θα ισχύει η περίοδος μετατροπής διάρκειας ενός έτους.
6.6 Οι απαιτήσεις του προηγούμενου σημείου δεν εφαρμόζονται στα προϊόντα που αναφέρεται στο σημείο 6.3 στοιχείο ε).
6.7 Όποτε πρόκειται να χρησιμοποιηθούν κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα, ο τύπος του προϊόντος (συμπεριλαμβανομένης της ένδειξης της ενεργού φαρμακολογικής ουσίας) καθώς και οι λεπτομέρειες της διάγνωσης, η ποσολογία, η δοσολογία, η διάρκεια της αγωγής και η περίοδος απόσυρσης σύμφωνα με τον νόμο πρέπει να καταγράφονται σαφώς και να δηλώνονται στην αρχή ή το φορέα επιθεώρησης πριν τα προϊόντα διατεθούν στην αγορά ως βιολογικής παραγωγής.
7 Ορθές πρακτικές εκτροφής και αναγνώρισης.
7.1 Απαγορεύεται η εξόντωση των μελισσών στις κηρήθρες ως μέθοδος συνδεόμενη με τη συλλογή μελισσοκομικών προϊόντων.
7.2 Απαγορεύονται οι ακρωτηριασμοί όπως η κορυφοτομή των φτερών της βασίλισσας.
7.3 Επιτρέπεται η αντικατάσταση της βασίλισσας που συνεπάγεται την θανάτωση της παλιάς βασίλισσας.
7.4 Η πρακτική της εξόντωσης του αρσενικού γόνου (καταστροφή του κηφηνόγονου), επιτρέπεται μόνο για την περιστολή της βαρροικής ακαρίασης (Varroa jacobsoni).
7.5 Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση συνθετικών χημικών απωθητικών κατά τη διάρκεια των ενεργειών συλλογής μελιού.
7.6 Η ζώνη στην οποία βρίσκεται το μελισσοκομείο πρέπει να καταχωρείται σε ειδικό μητρώο μαζί με τα αναγνωριστικά στοιχεία των κυψελών. Ο φορέας ή η αρχή επιθεώρησης πρέπει να ενημερώνονται για την μετακίνηση των μελισσιών εντός συμφωνούμενης προθεσμίας.
7.7 Λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για την εξασφάλιση της κατάλληλης συλλογής, επεξεργασίας και αποθήκευσης των μελισσοκομικών προϊόντων. Όλα τα μέτρα που λαμβάνονται προς εκπλήρωση των απαιτήσεων καταγράφονται.
7.8 Οι αφαιρέσεις των πλαισίων μελιού και οι ενέργειες συλλογής μελιού πρέπει να καταχωρούνται στο ειδικό μητρώο του μελισσοκομείου.
8 Χαρακτηριστικά των κυψελών και υλικά που χρησιμοποιούνται στη μελισσοκομία.
8.1 Οι κυψέλες πρέπει να κατασκευάζονται βασικά από φυσικά υλικά που δεν παρουσιάζουν κίνδυνο μόλυνσης του περιβάλλοντος ή των μελισσοκομικών προϊόντων.
8.2 Εκτός από τα προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο 6.3 στοιχείο ε), εντός των κυψελών χρησιμοποιούνται μόνο (φυσικά)προϊόντα όπως πρόπολη, κερί και φυτικά έλαια.
8.3 Το κερί για τις νέες κηρήθρες πρέπει να προέρχεται από μονάδες βιολογικής παραγωγής. Ως παρέκκλιση, ιδίως στην περίπτωση των νέων εγκαταστάσεων ή κατά την περίοδο μετατροπής, η αρχή ή ο φορέας επιθεώρησης μπορεί να επιτρέπει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δεν υπάρχει στην αγορά βιολογικό κερί, τη χρήση κεριού μη προερχόμενου από τέτοιες μονάδες, εφόσον αυτό προέρχεται από πώματα κελιών κηρήθρας(ξελεπίσματα).
8.4 Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση κηρήθρων που περιέχουν γόνο προς εξαγωγή μελιού.
8.5 Για την προστασία των υλικών (πλαισίων, κυψελών, κηρήθρων), ιδίως στις επιδημίες επιτρέπονται μόνο τα ενδεδειγμένα προϊόντα που προβλέπονται στο μέρος Β τμήμα 2 του παραρτήματος ΙΙ (Μικροοργανισμοί που δεν είναι γενετικά τροποποιημένοι, κατά την έννοια της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ-βακτήρια μύκητες ιοί- π.χ. Bacillus thurigiensis)
8.6 Επιτρέπεται η φυσική επεξεργασία , όπως με ατμό ή γυμνή φλόγα.
8.7 Για τον καθαρισμό και την απολύμανση των υλικών, των κτηρίων, του εξοπλισμού, των σκευών ή των προϊόντων που χρησιμοποιούνται στη μελισσοκομία, επιτρέπονται μόνο οι ενδεδειγμένες ουσίες που προβλέπονται στο μέρος Ε του παραρτήματος ΙΙ (Σαπούνι καλίου και νατρίου / Νερό και ατμός / Γάλα ασβέστου / Άσβεστος / Καυστική άσβεστος / Υποχλωριώδες νάτριο π.χ. χλωρίνη / Καυστική σόδα / Καυστική ποτάσα / Υπεροξείδιο του υδρογόνου / Αιθέρια έλαια φυτών / Κιτρικό, υπεροξεικό, μυρμηκικό, γαλακτικό, οξαλικό και οξικό οξύ / Αλκοόλη / Φορμαλδεύδη / Ανθρακικό νάτριο)
β) Σχόλια για το νομοσχέδιο
Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν, αποτελούν ερωτηματικά πάνω στην εφαρμογή του κανονισμού. Προήλθαν από τους προσωπικούς προβληματισμούς, τις ανησυχίες των μελισσοκόμων και τις κατά καιρούς δημοσιεύσεις επιστημόνων. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα περισσότερα ερωτηματικά υπάρχουν πάνω στην τροφοδοσία, μια απαραίτητη επέμβαση στα μελίσσια και στην αντιμετώπιση των ασθενειών. Σ’ αυτά τα σημεία ίσως πρέπει να επικεντρωθεί η έρευνα και ο πειραματισμός, ώστε να γίνουν οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θα διαχωρίζουν την συμβατική από την βιολογική μελισσοκομία.
1. Στην παράγραφο 1.3 δεν γίνεται σαφές εάν η απαγόρευση αναφοράς στο βιολογικό τρόπο παραγωγής, αφορά μόνο το προϊόν που προκύπτει από τις συνθήκες παρέκκλισης ή το προϊόν όλης της εκμετάλλευσης.
2. Στην παράγραφο 4.1 μάλλον θα πρέπει να αναφέρονται ακριβώς ποιά είναι η “επαρκής τεκμηρίωση, τα αποδεικτικά στοιχεία και οι κατάλληλες αναλύσεις” που οφείλει να παρέχει ο μελισσοκόμος, για να αποδείξει ότι η θέση του μελισσοκομείου πληροί τις προϋποθέσεις του κανονισμού.
3. Στην παράγραφο 4.2 γ), δεν διευκρινίζεται ποιά είναι αυτή η απόσταση από πηγές που ενδεχομένως προκαλούν μόλυνση, εκτός εάν εννοείται η απόσταση των 3 km για τα οποία γίνεται λόγος στο 4.2 β).
4. Το τέλος της παραγράφου 4.2, αναιρεί όσα ορίζει, όταν δεν υπάρχει ανθοφορία ή όταν οι μέλισσες ξεχειμωνιάζουν, οπότε όπως θεωρεί ο νομοθέτης, οι μέλισσες είναι κλεισμένες μέσα στην κυψέλη. Τέτοια περίοδος μάλλον είναι δύσκολο να υπάρξει στην Ελλάδα και ειδικά σε κάποιες περιοχές, όπου έχουμε ανθοφορίες όλους τους χειμωνιάτικους μήνες.
5. Η λέξη “προτιμάται”, αφήνει περιθώρια χρησιμοποίησης και άλλων φυλών εκτός από τις φυλές της Apis mellifera, αγνοώντας έτσι τα προβλήματα που δημιουργεί η ανεξέλεγκτη εισαγωγή ξένων φυλών μελισσών.
6. Από τα σημεία του κανονισμού που χρειάζονται μάλλον σοβαρό σχολιασμό είναι τα 6.3 β), 6.3 γ) και 6.5, όπου επιτρέπεται η χρήση φυτοθεραπευτικών και ομοιοπαθητικών προϊόντων “κατά προτίμηση”, ενώ αν αποδεικνύεται ή φαίνεται ότι δεν είναι αναποτελεσματικά, επιτρέπεται η χρησιμοποίηση αλλοπαθητικών χημικών φαρμάκων. Η χρήση ή όχι των χημικών αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο διαχωρισμού της συμβατικής από την βιολογική μελισσοκομία και ίσως θα έπρεπε να ρυθμίζεται πιο συγκεκριμένα και με αυστηρές κυρώσεις. Η ένταξη των μελισσιών, που δέχθηκαν χημική επέμβαση, σε περίοδο ετήσιας μετατροπής, με υποχρέωση να αλλαχθεί το κερί των κηρήθρων με βιολογικό, μάλλον κρίνεται ανεπαρκές μέτρο. Το ελάχιστο που θα μπορούσε να προστεθεί είναι στη δεύτερη χρονιά χρήσης χημικών αλλοπαθητικών φαρμάκων ο μελισσοκόμος να βγαίνει από το σύστημα ελέγχου και πιστοποίησης.
7. Στην παράγραφο 5, επιτρέπεται η τροφοδότηση των μελισσιών με μελάσα, κάτι που όπως υποστηρίζεται μπορεί να αποβεί καταστροφικό γιατί το συγκεκριμένο προϊόν έχει αποδειχθεί τοξικό για τις μέλισσες.
8. Στην παράγραφο 5.7, επιτρέπεται η τροφοδότηση του μελισσιού 15 ημέρες πριν την έναρξη της περιόδου έκκρισης νέκταρος ή μελιτώματος, κάτι που μας οδηγεί με σιγουριά στην παραγωγή νοθευμένου προϊόντος.
9. Η παράγραφος 7.2 απαγορεύει την κοπή του φτερού της βασίλισσας, μια πρακτική που χρησιμοποιείται για το σημάδεμά της(εύκολη εύρεση, δήλωση ηλικίας, δυσκολία αφεσμού). Η πρακτική αυτή και η ρητή της απαγόρευση, κρίνεται ότι δεν είναι ικανή να διαχωρίσει τη βιολογική από την συμβατική μελισσοκομία.

ΜΕΡΟΣ 3ο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ          
Αίτιο
Αιτία της ασθένειας είναι το πρωτόζωο Nosema apis.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Το παράσιτο αυτό ζει και αναπτύσσεται μέσα στο πεπτικό σύστημα των μελισσών προσβάλλοντας τα επιθηλιακά κύτταρα.
Ένα μέρος των πολυάριθμων σπορίων που παράγονται αποβάλλεται με τα περιττώματα. Στην περίπτωση κατά την οποία λόγω καιρικών συνθηκών δεν γίνονται πτήσεις, τα περιττώματα αποβάλλονται μέσα στην κυψέλη και το πρόβλημα σαφώς πολλαπλασιάζεται.
Από τα κυριότερα συμπτώματα που αναφέρονται είναι η εμφάνιση μελισσών με διογκωμένες κοιλιές που αδυνατούν να πετάξουν και σέρνονται με τα φτερά ανοιγμένα. Πλήθος περιττωμάτων (Εικ.1) στα τοιχώματα και τα καπάκια των κυψελών καθώς και νεκρές μέλισσες μπροστά στην είσοδο, ολοκληρώνουν τη συμπτωματολογία της ασθένειας.
Πέρα από τα συμπτώματα, που εμφανίζονται από λίγο έως πολύ και σε άλλες ασθένειες, πιο ασφαλής διάγνωση γίνεται με την εξέταση του πεπτικού σωλήνα (Εικ.2), που εμφανίζεται λευκός, από καφεκίτρινος, χωρίς δακτυλίους. Σ’ αυτή τη φάση η ασθένεια έχει προχωρήσει πάρα πολύ. Με σιγουριά θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε την ασθένεια μόνο με μικροσκοπική εξέταση.
Η εξάπλωση της ασθένειας ευνοείται κυρίως την άνοιξη εξαιτίας της κατανάλωσης γύρης (πρωτεϊνούχος τροφή), από γέρικες και εξασθενημένες μέλισσες. Μέχρι τα μέσα Μαίου παρατηρείται κατακόρυφη άνοδος. Ήδη όμως έχει ξεκινήσει η αντικατάσταση των μελισσών που σε συνδυασμό με τον συνεχή καθαρισμό της κυψέλης οδηγούμαστε σε ανάσχεση της ασθένειας το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο έχουμε επανεμφάνιση κυρίως λόγω της φτωχής ανθοφορίας του υπερβολικού τρυγητού και της μείωσης της αντικατάστασης. Το χειμώνα έχουμε και πάλι ανάσχεση εξαιτίας κυρίως της διατροφής με μέλι και όχι με γύρη.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση συνίσταται κυρίως στην πρόληψη. Αυτό που πρέπει να αποφεύγουμε οπωσδήποτε είναι η ελάττωση της αναπαραγωγικής δραστηριότητας η οποία συνεπάγεται τη μείωση της αντικατάστασης των γέρικων και εξασθενημένων μελισσών. Θα πρέπει πάντα να υπάρχει μέλι στην κυψέλη ώστε να μπορεί να αντιμετωπισθεί τυχόν μείωση της ανθοφορίας ή κάποιες κακές καιρικές συνθήκες. Μια νέα και δυνατή βασίλισσα είναι ένα μέτρο, πού επηρεάζει θετικά τη διατήρηση των δυνάμεων του μελισσοσμήνους. Επίσης θα πρέπει να προσέχουμε να ξεχειμωνιάζουν δυνατά μελίσσια και αν αυτό είναι απαραίτητο να ενώνονται αδύναμες παραφυάδες.
Στην προληπτική υγιεινή περιλαμβάνονται η αντικατάσταση των παλιών κηρήθρων κάθε δύο χρόνια και η απολύμανση των κυψελών είτε σε βραστό νερό (>70οC έχουμε καταστροφή των σπορίων), είτε με τη χρήση φλόγιστρου.
Αν θέλουμε να αποφύγουμε αυτή τη διαδικασία μπορούμε να απολυμάνουμε όλη την κυψέλη με χρήση οξικού οξέος (2 ml οξικού οξέος 60% σε 1 lt νερό). Η εξάτμιση του οξέος καταστρέφει τα σπόρια σε οκτώ ημέρες.
Επίσης η βιβλιογραφία αναφέρει ότι μπορούν να βοηθήσουν τα αιθέρια έλαια των φυτών Mentha crispa (Μέντα) και Salvia officinalis (Φασκομηλιά), όταν προστίθονται στο σιρόπι τροφοδοσίας (3-4 σταγόνες σε 1 lt σιροπιού), καθώς και ψεκασμοί με εκχύλισμα σκόρδου.

Αίτιο
Αιτία της ασθένειας είναι το άκαρι Varroa jacobsoni.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Το άκαρι αυτό πολλαπλασιάζεται και αναπτύσσεται αποκλειστικά στα κλειστά κελιά του γόνου, δείχνοντας προτίμηση στα κηφηνοκέλια, όπου μπορεί και γεννά περισσότερα αυγά (έως και 7), από τα οποία τελειοποιούνται ακόμη και τα μισά. Ο λόγος της προτίμησης είναι ότι τα κηφηνοκέλια είναι μεγαλύτερα και μένουν κλειστά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να διατηρείται περισσότερο το ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη της βαρρόα. Μέσα στα κελιά θα γίνει και η σύζευξη με τη βοήθεια του μοναδικού αρσενικού που υπάρχει και που πεθαίνει αμέσως μετά. Ο παρασιτισμός που ήδη υπάρχει μέσα στο κελί συνεχίζεται καθώς η βαρρόα προσκολλάται πάνω στο σώμα των ακμαίων μελισσών και τρέφεται με την αιμολέμφο.
Τα αποτελέσματα του παρασιτισμού είναι από απλή απώλεια βάρους, μέχρι την παραμόρφωση του ξενιστή (Εικ.3) (τσαλακωμένα ή καθόλου φτερά, ασύμμετρα πόδια κλπ). Σημαντική επίπτωση είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς της ενήλικης μέλισσας, καθώς ο εκνευρισμός από την συνεχή ενόχληση έχει σαν αποτέλεσμα ακόμη και την ομαδική εγκατάλειψη της κυψέλης, κάτι που συμβαίνει συνήθως τον τρίτο χρόνο της προσβολής, χωρίς όμως να αποκλείεται ακόμη και ο πρώτος, όταν η ενόχληση έχει γίνει αφόρητη. Από τις επιπτώσεις, δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε την ύπαρξη σάπιου γόνου, εξαιτίας ιώσεων που μεταδίδονται με το άκαρι. Όλα αυτά μεταφράζονται σε μειωμένη παραγωγή μελιού στην αρχή μέχρι τον αφανισμό του μελισσιού στο τέλος.
Η ανάπτυξη της βαρρόα μέσα στο μελισσοσμήνος ακολουθεί την πορεία ανάπτυξης του σμήνους. Καλύτερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι όποτε η βασίλισσα γεννά έχουμε και πολλαπλασιασμό του παρασίτου. Το χειμώνα τα παράσιτα μένουν προσκολλημένα πάνω στα τέλεια (Εικ.4) με αποθηκευμένο γονιμοποιημένο σπέρμα.
Πολλές φορές αποτελεί ουτοπία να πιστέψουμε στην αποθεραπεία του μελισσιού. Συνήθως με τα διάφορα προληπτικά ή/και θεραπευτικά μέτρα, επιδιώκουμε να ελέγξουμε την αύξηση των παρασίτων διατηρώντας τον πληθυσμό σε χαμηλά ανεκτά επίπεδα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, για να τονισθεί η σοβαρότητα της ασθένειας ότι η παρουσία της στα μελίσσια (περίπου από το 1978), έφερε στην επιφάνεια όλες σχεδόν τις αρρώστιες των μελισσοσμηνών, που ενώ ήταν γνωστές δεν προκαλούσαν σοβαρές ζημιές αφού η θεραπεία τις περισσότερες φορές γινόταν από τα ίδια τα μελίσσια, με τους μηχανισμούς αυτοπροστασίας που διαθέτουν.


Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση συνίσταται στην εκμετάλλευση της βιολογίας του παρασίτου και στην εφαρμογή εναλλακτικών μεθόδων (αιθέρια έλαια, οξέα) καταπολέμησης εξαιτίας, του εθισμού των ακάρεων και των υπολειμμάτων στα προϊόντα μέλισσας από τη χρήση των οργανοφωσφορικών και πυρεθροειδών
Η παρότρυνση δημιουργίας κηφηνόγονου με διάφορα τεχνάσματα και κατόπιν η απομάκρυνσή του, οδηγεί σε ανάσχεση της αύξησης του πληθυσμού του παρασίτου.
Ο περιορισμός της ωοτοκίας της βασίλισσας είτε με βασιλικό διάφραγμα είτε με τη χρήση κλωβού δεν φαίνεται να είναι και ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος, αφού περιορίζει την ανάπτυξη των μελισσών.
Επιτυχία φαίνεται να έχει η μέθοδος της θερμοθεραπείας. Μέσα σε εκκολαπτικό θάλαμο τοποθετούμε τα πλαίσια με γόνο (Απρίλη με Μάη όταν έχουμε τον πρώτο σφραγισμένο γόνο) και ανεβάζουμε την θερμοκρασία στους 44οC για 4 ώρες, ενώ 45οC για το ίδιο χρονικό διάστημα είχε αρνητική επίδραση τόσο στην εκκόλαψη του γόνου όσο και στη μακροβιότητα των μελισσών. Πιο ευαίσθητος είναι ο γόνος των 9-10 ημερών ενώ τα φαινόμενα απαλύνονται όσο πάμε στο γόνο των 18-20 ημερών από την εναπόθεση του αυγού. Σύμφωνα με μια άλλη αναφορά, ακμαίες μέλισσες μπορούν να τοποθετηθούν σε ειδικά μελισσοστεγανά κλουβιά και να απαλλαγούν από τα ακάρεα αν θερμανθούν στους 47οC για 2-15 λεπτά. Η επέμβαση αυτή γίνεται το φθινόπωρο. Τελικά αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι με τη θερμοθεραπεία μπορούμε να έχουμε αποτελεσματική καταπολέμηση της βαρρόα χωρίς απώλειες στο γόνο.
Ένας απλός και αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης του παρασίτου είναι το σκόνισμα των μελισσών με σκόνη γλυκόζης, ζάχαρης, σογιάλευρου κλπ. Η μέθοδος βασίζεται στην αδυναμία προσκόλλησης των ακμαίων ακάρεων πάνω στις μέλισσες. Αναφέρεται ότι 50gr σκόνη γλυκόζης ανά κυψέλη με 5-6 εφαρμογές ανά 5 ημέρες είχε σαν αποτέλεσμα τον έλεγχο του παρασίτου μέχρι και 100%. Άλλη παρόμοια εφαρμογή που αναφέρεται είναι με σκόνη θυμόλης [5-methyl-2(1-methyl-ethyl)phenol]. Σε κάθε πλαίσιο σκονίζουμε 0,5gr θυμόλης αργά το φθινόπωρο. Τέσσερις εφαρμογές με μεσοδιάστημα δύο ημερών έφερε δραστική μείωση του πληθυσμού των ακάρεων. Ο ρυθμός με τον οποίο πέφτουν τα ακάρεα στο πάτωμα της κυψέλης είναι υψηλότερος τις πρώτες ώρες μετά από κάθε εφαρμογή.
Η εφαρμογή μυρμηκικού (φορμικού) οξέος είτε με τη μορφή ατμού (85gr ανά κυψέλη) είτε εμποτισμένο σε πλάκα από πεπιεσμένο ξύλο έδωσε πολύ καλά αποτελέσματα σε θερμοκρασίες 18-25οC. Καλύτερο στάδιο εφαρμογής θεωρείται αυτό κατά τη μετατροπή της λάρβας σε πούπα, 9-10 ημέρες μετά την εναπόθεση του αυγού. Ανάλογα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το οξαλικό οξύ, ενώ αν θέλαμε να αποφύγουμε την καυστικότητα των παραπάνω οξέων, ειδικά σε περιπτώσεις λάθος χειρισμών, αλλά με ελαφρώς μειωμένη αποτελεσματικότητα, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε γαλακτικό οξύ, σε μία εφαρμογή, αφού η δεύτερη, σύμφωνα με έρευνες έχει ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της κυψέλης από τις μέλισσες ( ψεκασμός 6-10ml διαλύματος 10% ανά πλαίσιο). Στην κατηγορία των οξέων θα πρέπει να αναφέρουμε και το κοινό ξύδι που εφαρμόζεται με απευθείας ψεκασμό στις μέλισσες, στα πλαίσια, στις κηρήθρες και στην κυψέλη. Η εφαρμογή γίνεται σε περίοδο που δεν έχουμε πολύ γόνο, γιατί το ξύδι εκτός από τα αυγά και τα ακμαία της βαρρόα σκοτώνει και τον γόνο ή ψεκάζουμε αφού πρώτα απομακρύνουμε τα πλαίσια με γόνο. Καλό είναι να επαναλάβουμε 2-3 φορές ανά 6 ημέρες.
Έχουν αναφερθεί επίσης αιθέρια έλαια από Eucalyptus sp.(Ευκάλυπτος), Matricaria chamomila (Χαμομήλι) και Mentha crispa (Μέντα), με υποκαπνισμούς για 15min κάθε 4 ημέρες και τα έλαια από Thymus vulgaris (Θυμάρι) και Salvia officinalis (Φασκομηλιά), είτε με ψεκασμό διαλυμάτων 2 και 0,5% είτε με 3-4 σταγόνες σε κάθε 1lt σιροπιού τροφοδοσίας. Στην κατηγορία των αιθέριων ελαίων θα πρέπει να αναφερθεί και το έτοιμο σκεύασμα σε χάπια με το εμπορικό όνομα ApiLife/VAR (74,1% θυμόλη, 16% ευκαλυπτέλαιο, 3,7% μενθόλη, 3,7% καμφορά, 2,5% βερμικουλίτης).
Δεν θα πρέπει επίσης να μας διαφεύγει ότι οι εργάτριες του είδους Apis cerana (ασιατική μέλισσα) απωθούν πλήρως το άκαρι, ίσως εξαιτίας κάποιας ουσίας που καλό θα ήταν να απομονωθεί.
Αίτιο
Αιτία της ασθένειας είναι ένα πάρα πολύ μικρό παράσιτο, το άκαρι Acarapis woodi.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Το άκαρι μολύνει (Εικ.5) νεαρές μέλισσες που δεν έχουν υπερβεί την 9η μέρα της ζωής τους, πιθανότερο εξαιτίας του ότι οι τρίχες που φράζουν τις αναπνευστικές οπές δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμα και η βαλβίδα του πρώτου θωρακικού στίγματος δεν κλείνει εντελώς στις νεαρές μέλισσες. Από το πρώτο θωρακικό στίγμα το παράσιτο μπαίνει στην τραχεία της μέλισσας (Εικ.6), όπου τρέφεται με την αιμολέμφο και γεννά τα αυγά τα οποία εκκολάπτονται και ενηλικιώνονται μετά από 11-16 ημέρες. Τα ενήλικα συζεύγνηνται και βγαίνουν από την τραχεία για να προσβάλουν άλλες μέλισσες. Χαρακτηριστικό είναι ότι το άκαρι δεν μπορεί να ζήσει πολύ χωρίς τροφή και η ανάγκη να προσβληθεί καινούργιος ξενιστής σ’ αυτή τη φάση είναι επιτακτική.
Τα συμπτώματα είναι παρόμοια με άλλες ασθένειες όπως το ότι έχουν ανοιγμένα τα φτερά και σέρνονται στο έδαφος, νεκρές μέλισσες μπροστά στην κυψέλη, ανησυχία κλπ. Έτσι ασφαλής διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο με μικροσκόπιο.
Πιθανή είναι και η παρουσία νοζεμίασης αφού η τραχειακή ακαρίαση δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξή της.
Το άκαρι μεταφέρεται μέσα στην κυψέλη από την παλιά μέλισσα στην καινούργια και από κυψέλη σε κυψέλη με την παραπλάνηση, τη λεηλασία τους αφεσμούς και την αγοροπωλησία σμηνών.
Η ασθένεια εμφανίζεται την άνοιξη, περιορίζεται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών, αλλά και της σύντομης ζωής των μελισσών αφού γεννιούνται συνεχώς καινούργιες και αυξάνει πάλι το φθινόπωρο όταν οι μέλισσες εγκλωβίζονται μέσα στην κυψέλη, μέσα στην οποία προκαλείται συνωστισμός, κατάσταση που εκμεταλλεύεται το άκαρι και εξαπλώνεται γρήγορα.
Αντιμετώπιση
Στα πλαίσια της βιολογικής αντιμετώπισης της ασθένειας είναι πολύ σημαντικό να διατηρήσουμε τα μελισσοσμήνη σε έντονη δραστηριότητα και ποτέ να μην τα αφήνουμε σε περιοχές χωρίς ανθοφορία. Μ’ αυτόν τον τρόπο παράγονται συνεχώς καινούργιες μέλισσες συντομεύοντας τον βιολογικό τους κύκλο αλλά και η επαφή των πιθανά προσβεβλημένων συλλεκτριών με τις νεαρές μέλισσες είναι μικρότερη λόγω φόρτου εργασίας.
Στην περίπτωση που υπάρχει πρόβλημα και δεν υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς σε περιοχή με ανθοφορία, θα πρέπει να τροφοδοτηθεί το μελίσσι για να διατηρήσει την αναπαραγωγική του διάθεση.
Μετά τη θεραπεία καλό είναι να αντικαθίσταται η βασίλισσα, η οποία αν είχε προσβληθεί, θα έχει τώρα μειωμένη ικανότητα ωοτοκίας.
Έχει αναφερθεί ότι υψηλές θερμοκρασίες περιορίζουν έως και θανατώνουν το άκαρι. Μια εφαρμογή αυτού του μέτρου είναι η μεταφορά των πλαισίων γόνου σε μαύρες κυψέλες που τοποθετούνται στον ήλιο. Μια παραλλαγή επίσης είναι η ανανέωση του πληθυσμού με εκκολαπτόμενο γόνο που προήλθε από θερμοθάλαμο.
Φυσικά μέτρο αντιμετώπισης είναι και οτιδήποτε γίνει που να περιορίζει τους τρόπους μετάδοσης που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Βοηθητικά ή/και θεραπευτικά έχουν αναφερθεί τα παρακάτω :
Αναθυμιάσεις σιναπέλαιου 2% σε μεθυλική αλκοόλη.
Μενθόλη σε κρυσταλλική μορφή. Εφαρμογή Νοέμβριο έως Φεβρουάριο.
Μυρμηκικό (φορμικό) οξύ. Εμποτισμένη επιφάνεια με 22gr οξέως 65% για 24 ώρες. Επίσης αναφέρεται εμπορικό σκεύασμα BFA (Beltsville Formic Acid) σε μορφή gel, τόσο για την τραχειακή ακαρίαση όσο και για τη βαρρόα, με πλεονέκτημα ότι είναι έτοιμο για χρήση και δρα με αργή απελευθέρωση, οπότε μειώνεται ο αριθμός των εφαρμογών.
Ζάχαρη : Φυτικό λίπος 2 : 1. Έως και πέντε μήνες μέσα στην κυψέλη.
Αναφέρονται επίσης τα αιθέρια έλαια από Trifolium sp. και Cymbopogon narbus (κιτρονέλλα) όπως επίσης και τα συνθετικά παρασκευαζόμενα D-λεμονένιο, α-τερπένιο και τερπενόλη.

Αίτιο
Αίτιο της ασθένειας είναι το βακτήριο Bacillus larvae.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Η ασθένεια είναι από τις πιο σημαντικές αν αναλογιστεί κανείς ότι είναι δυνατόν να καταστρέψει το μελισσοκομείο και ότι τα σπόρια του βακτηρίου είναι ικανά να διατηρηθούν για πολλές δεκαετίες, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες χωρίς να χάσουν τη βλαστική τους ικανότητα.
Αν θέλαμε να περιγράψουμε εν συντομία το βιολογικό κύκλο (Εικ.6) του βακτηρίου, θα βλέπαμε ότι οι προνύμφες, οι οποίες είναι ευαίσθητες στο πρώτο εικοσιτετράωρο της ζωής τους, προσλαμβάνουν τα σπόρια με την τροφή. Οι ενήλικες μέλισσες στην προσπάθειά τους να καθαρίσουν τα κελιά από το νεκρό έως σαπισμένο γόνο, παραλαμβάνουν τα σπόρια τα οποία τα μεταφέρουν σε άλλα κελιά. Να σημειωθεί ότι το βακτήριο δεν προσβάλει ενήλικες μέλισσες.
Στην προσπάθειά μας να διαγνώσουμε την ασθένεια, θα βλέπαμε σε πρώτη φάση τα καλύμματα του νεκρού γόνου να βουλιάζουν. Το χρώμα τους γίνεται πιο σκούρο, ενώ σε πολλά από αυτά παρουσιάζονται τρύπες ή σχισμές στο κέντρο, από την προσπάθεια της εργάτριας να ξεσκεπάσει το κελί (Εικ.7). Καθώς προχωρεί η ασθένεια αναδύεται μια δυσάρεστη οσμή που θυμίζει ψαρόκολλα (υδρόθειο και φαινυλακετικό οξύ). Εύκολα μπορούμε να βυθίσουμε ένα σπιρτόξυλο σ’ ένα τέτοιο κελί, το οποίο καθώς το βγάζουμε, παρατηρούμε μια κολλώδη, καφέ σκούρα μάζα που δε είναι τίποτα άλλο, παρά η σαπισμένη προνύμφη (Εικ.8).
Επίσης σε προχωρημένο στάδιο ο σφραγισμένος γόνος είναι διάσπαρτος καθώς οι ενήλικες μέλισσες, προσπαθούν να καθαρίσουν νεκρό γόνο, διαδικασία που γίνεται όλο και πιο δύσκολη καθώς η κολλώδης μάζα στεγνώνει και μετατρέπεται σε “λέπι”, που δύσκολα αποκολλάται από τα τοιχώματα του κελιού. Η διάγνωση εκτός από τα παραπάνω συμπτώματα μπορεί να γίνει εργαστηριακά και επίσης με καλλιέργεια της νεκρής προνύμφης μέσα σε γάλα το οποίο πήζει με την ύπαρξη των βακτηρίων σε 30sec για την αμερικάνικη και σε 80-100sec για την ευρωπαϊκή σηψιγονία.
Αντιμετώπιση
Για να καταπολεμήσουμε την ασθένεια θα πρέπει να αποφύγουμε όλους τους τρόπους με τους οποίους μεταδίδεται. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ασθένεια συνυπάρχει με τα μελίσσια τα οποία διαθέτουν κάτω από φυσιολογικές συνθήκες τους μηχανισμούς εκείνους που δρουν σαν “αντισώματα” και διατηρούν την ασθένεια σε χαμηλά επίπεδα. Η εξασθένηση γενικά του μελισσιού οδηγεί σε διατάραξη αυτής της ισορροπίας και κατ’ επέκταση στην εξάπλωση της ασθένειας. Θα πρέπει λοιπόν να προσέξουμε την τροφοδοσία. Τα μέλια που χρησιμοποιούνται για τροφή θα πρέπει να βράζονται σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 100οC. Επίσης τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται θα πρέπει να είναι καθαρά. Συνίσταται τέλος η προσεκτική εξέταση των μελισσιών που πρόκειται να συνενωθούν, αγοραστούν ή μετακινηθούν, όπως επίσης και η λήψη μέτρων ώστε να μειωθεί η λεηλασία και η παραπλάνηση για να αποφεύγεται η μόλυνση η μόλυνση μεταξύ γειτονικών μελισσιών ή μελισσοκομείων.
Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ο τεχτητός αφεσμός και στη συνέχεια η θεραπεία με νηστεία του σμήνους που αποτελεί έναν επίπονο και χρονοβόρο τρόπο αντιμετώπισης που όμως είναι αποτελεσματικός.
Κάτι που θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνει συμπληρωματικά με όλα τα παραπάνω είναι η απολύμανση με βραστό νερό, για το κερί και τα πλαίσια (για μισή με μία ώρα το καθένα) και φλόγιστρο για τις κυψέλες. Καλό είναι να απολυμαίνονται και τα εργαλεία. Αν υπάρχουν τμήματα που δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιηθούν, καίγονται σε λάκκο ο οποίος σκεπάζεται μετά την καύση.
Στην βιβλιογραφία τέλος αναφέρεται ότι το αιθέριο έλαιο του κωνοφόρου Thujopsis dolabrata (εμπορικό Hiba-oil), ελέγχει ικανοποιητικά όλες τις βακτηριολογικές ασθένειες του μελισσιού.

Αίτιο
Το αίτιο της ασθένειας είναι το βακτήριο Streptococcus pluton. Διάφοροι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το αίτιο δεν είναι ένα, αλλά διάφορα βακτήρια, που όντως εντοπίζονται κατά την εξέλιξη της ασθένειας. Αυτά τα βακτήρια που συνυπάρχουν είναι τα ακόλουθα : Bacterium eurycide, Streptococcus faecalis, Bacillus alvei και Bacillus laterosporus.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Ο γόνος στην περίπτωση της ευρωπαϊκής σηψιγονίας πεθαίνει κατά κανόνα σε ανοιχτά κελιά, ενώ η νεκρή λάρβα απομακρύνεται εύκολα, σε αντίθεση με την αμερικάνικη. Συνήθως έχουμε ευρωπαϊκή σηψιγονία σε βασιλικά κελιά και κηφηνοκέλια, ενώ η αμερικάνικη προτιμά τα εργατικά κελιά. Τέλος τα σκουλήκια στην ευρωπαϊκή πεθαίνουν πάντοτε στο στάδιο της προνύμφης και ποτέ δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στο στάδιο της νύμφης. Τα παραπάνω αποτελούν τις διαφορές μιας κατά τα άλλα κοινής συμπτωματολογίας μεταξύ των δύο σήψεων.
Το παθογόνο προσβάλλει τις προνύμφες σε ηλικία μικρότερη των 48 ωρών, μέσω της τροφής. Οι προσβεβλημένες προνύμφες έχουν χαρακτηριστική κίτρινη απόχρωση και συνήθως πεθαίνουν πριν σφραγισθεί το κελί. Μακροσκοπικό γνώρισμα της ευρωπαϊκής σήψης, είναι ότι οι νεκρές λάρβες τοποθετούνται μονόπλευρα μέσα στο ανοιχτό κελί (Εικ.9). Σε προχωρημένο στάδιο αναδύεται μυρωδιά που θυμίζει ψάρι σε αποσύνθεση (αμινοξύ φαινυλανίνη). Όσες προνύμφες καταφέρουν να επιζήσουν και να ενηλικιωθούν σε μέλισσες αυτές είναι μικρότερες από τις υγιείς και φορείς του παθογόνου.
Αν θέλαμε να καθορίσουμε κάποια βήματα για να διαγνώσουμε σήψη σε μια κηρήθρα, θα ξεκινούσαμε με την παρατήρηση ότι ο γόνος έχει χάσει το άσπρο, ακτινοβόλο χρώμα. Αντίθετα χρωματίζεται σκούρο καφεκίτρινο, ενώ τα φουσκωτά σώματα των προνυμφών ζαρώνουν μαλακώνουν και κολλούν στα τοιχώματα του κελιού. Κατόπιν το καφεκίτρινο γίνεται σκούρο καφέ. Οι προνύμφες μετατρέπονται σε κολλώδη πολτό που στη συνέχεια αποξηραίνεται, ενώ η φάση αυτή συνοδεύεται από δυσοσμία. Αν τα κελιά σκεπαστούν και η σήψη προχωρείσει μέσα σ’ αυτά τότε τα σκέπαστρα βαθουλώνουν και βλέπουμε τρύπες ή σχισμές πάνω τους.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής είναι παρόμοια μ’ αυτή της αμερικάνικης.

Αίτιο
Το αίτιο της ασθένειας είναι ο μύκητας Ascosphaera apis.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Η μόλυνση γίνεται από σπόρια του μύκητα που βρίσκονται στην τροφή της προνύμφης. Τα σπόρια αυτά βλαστάνουν μέσα σε 48 ώρες και σκοτώνουν την προνύμφη είτε εξαιτίας της μηχανικής ρήξης ζωτικών οργάνων είτε θρεπτικού ανταγωνισμού είτε τέλος εξαιτίας τοξινών. Οι μυκηλιακές υφές τελικά καλύπτουν την προνύμφη η οποία αποξηραίνεται και μουμιοποιείται, αποκτώντας έναν άσπρο χρωματισμό όταν δεν σχηματιστούν τα σπόρια του μύκητα ή ένα σταχτοπράσινο όταν σχηματιστούν (Εικ.10).
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα σπόρια του μύκητα διατηρούν τη βλαστική ικανότητα ακόμα και 15 χρόνια, γι’ αυτό θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διατροφή υγιών μελισσοσμηνών με μολυσμένα μέλια.
Η ασθένεια ευνοείται από τις μέσες θερμοκρασίες που συνοδεύονται από υψηλή σχετική υγρασία, γι’ αυτό θα τη βρούμε σε έξαρση την άνοιξη όπως και το καλοκαίρι μετά τη διακοπή της νεκταροέκκρισης. Γενικά βέβαια η ασθένεια υπάρχει όσο υπάρχει γόνος ανεξαρτήτου εποχής.
Το σύμπτωμα που θα μας εξασφαλίσει τη διάγνωση της ασθένειας είναι οι ασβεστώδεις μουμιοποιημένες προνύμφες έξω από την κυψέλη (Εικ.11). Πριν από αυτό θα βρούμε βαθουλωμένα με τρύπες σκέπαστρα, κάτι που γενικά σημαίνει νεκρός γόνος και μέσα τις μουμιοποιημένες προνύμφες.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση συνίσταται κυρίως στα μέτρα υγιεινής και προφύλαξης που παίρνουμε προκειμένου να περιορίσουμε τους παράγοντες εκείνους που ευνοούν την ανάπτυξη των μυκήτων.
Αποφυγή της υγρασίας είναι το σημαντικότερο μέτρο. Επιτυγχάνεται με τη σωστή επιλογή της τοποθεσίας, με το ξεσκέπασμα σε ηλιόλουστες ημέρες για να λιαστούν και να στεγνώσουν και την αποφυγή των ψεκασμών είτε για τροφοδοσία είτε για καταπολέμηση ασθενειών.
Καλό είναι να αποφεύγονται οι συχνές επιθεωρήσεις νωρίς την άνοιξη γιατί κατά τις νύχτες, που παραμένουν κρύες, οι μέλισσες δεν μπορούν να διατηρήσουν την εσωτερική θερμοκρασία στους 35οC.
Απολύμανση και αντικατάσταση των παλιών και μαύρων κηρήθρων δρουν βοηθητικά για τον περιορισμό της ασθένειας, όπως επίσης και η αντικατάσταση ανά δύο χρόνια των βασιλισσών , που καλό είναι να προέρχονται από μελίσσια που προσβάλλονται λιγότερο από την ασθένεια.
Η χρήση θειικού χαλκού (1gr ανά kg σιροπιού. 1/2kg σιρόπι 4 φορές ανά 7 ημέρες) δεν φαίνεται να έχει και τόσο καλά αποτελέσματα αφού μετά τη διακοπή της θεραπείας η ασθένεια επανεμφανίζεται, ενώ ο γόνος επηρεάζεται αρνητικά.
Στην βιβλιογραφία αναφέρονται διάφορα αιθέρια έλαια που περιορίζουν έως και 100% την ασθένεια :
Αλκοολικό διάλυμα θυμόλης (0,7%) εμποτίζεται σε χαρτιά 30Χ20. Τοποθετούνται 3 τέτοια χαρτιά ανά κυψέλη για ένα μήνα. Μετά απομακρύνονται γιατί επηρεάζεται αρνητικά ο γόνος.
Εκχύλισμα από σπόρους Archangelica officinalis στο σιρόπι τροφοδοσίας (110-130μg για 24 ώρες ή 50-60μg για 130 ώρες), περιορίζει το παθογόνο μέχρι και 50%.
Σε in vitro πειραματικά 100% επιτυχία είχαν τα αιθέρια έλαια των φυτών Cridothymus capitatus, Origanum vulgaris, Satureja thymbra και Savia fruticosa στις δόσεις 0,05, 0,05, 0,05 και 0,20 μml ανά ml θρεπτικού υποστρώματος.

Αίτιο
Το αίτιο της ασθένειας είναι ένας ιός που αποκαλείται ιός της σακκόμορφης σήψης του γόνου.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Η προσβολή γίνεται στα αρχικά στάδια της προνύμφης με τη λήψη μολυσμένης από ιούς τροφής. Η προνύμφη είναι αδύνατον να εξελιχθεί γιατί παρεμποδίζεται η διαδικασία σχηματισμού χιτίνης. Έτσι η προνύμφη οδηγείται στο θάνατο. Το παθογόνο πολλαπλασιάζεται και στις ενήλικες μέλισσες χωρίς όμως να τους προξενεί καμία βλάβη. Είναι όμως ένας από τους τρόπους μετάδοσης του ιού. Η αποξηραμένη προνύμφη (λέπι) δεν μεταδίδει την ασθένεια. Άλλωστε αποκολλάται εύκολα από το τοίχωμα του κελιού και απομακρύνεται κατά τον καθαρισμό από την κυψέλη.
Τα συμπτώματα που θα μας βοηθήσουν στη διάγνωση της ασθένειας είναι παρόμοια με την αμερικάνικη σηψιγονία, καθώς εμφανίζεται διάσπαρτος γόνος με βυθισμένα και τρυπημένα καλύμματα των κελιών.
Για να διαγνώσουμε την ασθένεια πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στις νεκρές προνύμφες, των οποίων το δέρμα έχει σκληρύνει και έχει μεταβληθεί σε ένα διαφανή σάκκο.. Μέσα σ’ αυτό το σακκόφορφο σώμα υπάρχει κιτρινωπό υγρό που όσο προχωράει η σήψη γίνεται καφέ. Τελικά η νεκρή προνύμφη ξηραίνεται μαυρίζει και σχηματίζει λέπι με το κεφάλι χαρακτηριστικά κυρτωμένο προς τα επάνω (Εικ.12). Σ’ αυτή τη φάση αποκολλάται εύκολα από τα τοιχώματα του κελιού.
Αντιμετώπιση
Τα μέτρα που παίρνουμε για την αντιμετώπιση της ασθένειας είναι προληπτικά ή υποβοηθητικά στην προσπάθεια αποθεραπείας του μελισσιού.
Συνίσταται λοιπόν η απομάκρυνση των προσβλημένων κηρήθρων και η καταστροφή τους με βρασμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ιός καταστρέφεται στους 60οC για 15min.
Μια διεγερτική τροφοδοσία μπορεί να είναι αρκετή για την καταπολέμηση της ασθένειας όταν δεν βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο.
Τέλος η αντικατάσταση των βασιλισσών βοηθά θετικά στην αντιμετώπιση της ασθένειας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για την ασθένεια δεν υπάρχουν ούτε καν χημικά κατασταλτικά φάρμακα.


Αίτιο
Η παράλυση είναι μια ασθένεια που προσβάλει τις ενήλικες μέλισσες και οφείλεται σε ιούς. Διακρίνεται σε οξεία και χρόνια παράλυση. Η οξεία επιφέρει τον θάνατο μέσα σε 3-4 ημέρες και παρατηρείται κυρίως στο εργαστήριο.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Οι μέλισσες μολύνονται κυρίως με την τροφή τους. Πολύ πιθανό όμως είναι να μολυνθούν από πληγές που δημιουργούνται με το σπάσιμο των τριχών της επιδερμίδας του εντόμου, ιδιαίτερα όταν συνωστίζονται μέσα στη κυψέλη με περιορισμένο χώρο.
Για την διάγνωση της ασθένειας έχουμε κάποιες ενδείξεις από τα συμπτώματα που παρατηρούνται για τα οποία θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι γίνονται φανερά μόνο όταν οι ιοί προσβάλλουν το νευρικό σύστημα των μελισσών. Μέχρι τότε μπορεί να υπάρχουν αλλά είναι σε λανθάνουσα μορφή.
Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι η ασθένεια παρατηρείται κυρίως σε περιοχές όπου οι μέλισσες μαζεύουν μελιτώματα από δένδρα (πευκόφυτες περιοχές).
Τα συμπτώματα που παρουσιάζονται είναι δύο κατηγοριών :
Στην πρώτη κατηγορία προσβάλλεται το νευρικό σύστημα των μελισσών με αποτέλεσμα να παρατηρείται τρεμούλιασμα των φτερών. Μπροστά στην κυψέλη υπάρχουν νεκρές μέλισσες καθώς και μικρός ή μεγάλος αριθμός μελισσών, που σέρνονται χωρίς να μπορούν να πετάξουν. Τέλος η κοιλιά τους είναι διογκωμένη και παρατηρείται δυσεντερία.
Στη δεύτερη κατηγορία συμπτωμάτων παρατηρούνται χαρακτηριστικές μεταβολές στη μορφολογία των μελισσών. Οι άρρωστες χάνουν το τρίχωμά τους, φαίνονται μικρότερες και είναι μαύρες και γυαλιστερές. Οι υγιείς μέλισσες τραβούν έξω τις άρρωστες, οι οποίες δεν προβάλλουν την παραμικρή αντίσταση και, μετά από λίγες μέρες, πεθαίνουν μπροστά στη κυψέλη.
Αντιμετώπιση
Όπως και στην περίπτωση του σακκόμορφου γόνου δεν υπάρχει κατασταλτική αντιμετώπιση, ακόμα και με χημικά φάρμακα. Έτσι η αντιμετώπιση βασίζεται στην πρόληψη και στην υποβοήθεια ώστε το μελίσσι να μπορέσει να αυτοθεραπευτεί.
Έτσι λοιπόν η κανονική διατροφή και η αντιμετώπιση των άλλων ασθενειών σίγουρα περιορίζει τις προσβολές.
Επίσης η μεταφορά των μελισσοσμηνών σε περιοχή που δεν έχουμε μελιτώματα και η τροφοδοσία τους με σιρόπι 1:1 για ένα μήνα θα βοηθήσει αποτελεσματικά.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ειδικά στις ασθένειες που δεν μπορούμε να επέμβουμε κατασταλτικά, την επιλογή ανθεκτικών στην ασθένεια στελεχών καθώς και την αλλαγή βασίλισσας που να προέρχεται από μελισσοσμήνος που παρουσιάζει αντοχή ή έστω ανοχή.
Μέτρα τέλος που μπορεί να βοηθήσουν στην αυτοθεραπεία του μελισσιού είναι, η επίπαση με θειάφι που διώχνει τις άρρωστες χωρίς να βλάπτει τις υγιείς, η προσθήκη 2% θειικού χαλκού στο σιρόπι τροφοδοσίας και η χορήγηση 50 mg νικοτινικού και 200mg ασκορβικού οξέος ανά lt σιροπιού και κυψέλη.


Αίτιο
Το αίτιο της ασθένειας είναι το βακτήριο Bacillus apisepticus.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Το βακτήριο αυτό εισχωρεί από το αναπνευστικό σύστημα, διαπερνά τα τοιχώματα της τραχείας και εισέρχεται στο κυκλοφορικό σύστημα καταστρέφοντας την αιμολέμφο, το χρώμα της οποίας από διαυγές γίνεται γαλακτώδες.
Το χρώμα της αιμολέμφου είναι και το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα για την διάγνωση που βέβαια για να είναι ακριβής απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος.
Τα υπόλοιπα συμπτώματα είναι κοινά αφού παρατηρείται μεγάλη θνησιμότητα ενήλικων μελισσών, φουσκωμένη κοιλιά και δυσεντερία, ενώ πολλές μέλισσες σέρνονται έξω από την κυψέλη προσπαθώντας να πετάξουν.
Αντιμετώπιση
Μια σημαντική λεπτομέρεια που μας βοηθάει στην αντιμετώπιση της ασθένειας είναι ότι πρόκειται για μια δευτερογενή νόσο, που ακολουθεί την Νοζεμίαση ή την Τραχειακή ακαρίαση. Έτσι καταπολεμώντας τις δύο πρώτες αποφεύγουμε την μόλυνση από την σηψαιμία.
Βοηθητικά δρα η βιταμίνη C (250gr σε 1lt σιρόπι και διαβροχή των πλαισίων).



Αίτιο
Μια ακόμα ασθένεια που δεν προκαλείται από μόνη της αλλά ακολουθεί συνήθως την τραχειακή ακαρίαση είναι η ρικετσίωση που οφείλεται σε παθογόνα που ονομάζονται ρικέτσιες.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Οι ρικέτσιες προσβάλλουν τα λιπώδη κύτταρα, καθώς και άλλους ιστούς, κυρίως όμως την αιμολέμφο των ενήλικων μελισσών.
Τα συμπτώματα είναι παρόμοια της σηψαιμίας και η διάγνωση γίνεται μόνο εργαστηριακά.
Αντιμετώπιση
Αντιμετωπίζεται έμμεσα με την αντιμετώπιση άλλων ασθενειών κυρίως της τραχειακής ακαρίασης.
Επίσης καλό είναι να αποφεύγεται η υπερβολική υγρασία.


Αίτιο
Το αίτιο της ασθένειας, που προσβάλει το ουρητικό σύστημα των μελισσών είναι μια αμοιβάδα (Malpighamoeba melleficae)
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Με τον καθαρισμό του χώρου το παράσιτο εισέρχεται στο πεπτικό σύστημα με τη μορφή κύστεων. Εκκολαπτόμενες οι κύστες γίνονται αμοιβάδες, οι οποίες προχωρούν και μπαίνουν στα ουρικά κανάλια, όπου προσκολλώνται και απομυζούν αιμολέμφο. Στους χώρους αυτούς αναπαράγονται δημιουργώντας μεγάλο αριθμό κύστεων, ένα μέρος των οποίων περνάει στον εντερικό σωλήνα και αποβάλλεται με τα κόπρανα.
Τα συμπτώματα είναι ίδια με τη νοζεμίαση γι’ αυτό και η μακροσκοπική διάγνωση είναι δύσκολη έως αδύνατη.
Αντιμετώπιση
Για να αντιμετωπισθεί η ασθένεια ισχύουν όλα τα προληπτικά μέτρα που γίνονται για την νοζεμίαση, ενώ η απολύμανση φαίνεται να αποτελεί μια απαραίτητη διεργασία.
Αίτιο
Η ασθένεια προκαλείται από τον μύκητα Aspergillus flavus.
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Πρόκειται για τη μοναδική ασθένεια των μελισσών που μεταφέρεται με τα σπόρια και στον άνθρωπο.
Τα σπόρια του μύκητα προσβάλουν το γόνο πριν καλυφθεί. Ο θάνατος επέρχεται μέσα στα σκεπασμένα κελιά. Το πεθαμένο σώμα της προνύμφης παίρνει ένα κιτρινοπράσινο χρώμα (σποριοποίηση του μύκητα), μουμιοποιείται και δεν αποσπάται εύκολα από τα τοιχώματα του κελιού, αντίθετα με τη μούμια της ασκοσφαίρωσης. Οι ενήλικες μέλισσες όταν προσβληθούν πεθαίνουν από έκκριση δηλητηριωδών τοξινών. Η ασθένεια αναπτύσσεται καλύτερα σε συνθήκες μάλλον υψηλών θερμοκρασιών (27-40οC) και αυξημένης σχετικής υγρασίας.
Αντιμετώπιση
Για την καταπολέμηση θα πρέπει να καταφύγουμε στα γενικά μέτρα υγιεινής, σπουδαιότερο των οποίων είναι το λιώσιμο των κηρήθρων, αφού σε θερμοκρασία 60οC για ½ ώρα τα σπόρια του μύκητα καταστρέφονται. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ο μελισσοκόμος πρέπει να φορά μάσκα που να προστατεύει στόμα και μύτη, γιατί όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να μολυνθεί και ο ίδιος με σοβαρό ερεθισμό της μύτης των ματιών και της βλεννογόνου επιφάνειας της στοματικής κοιλότητας.
Αίτιο
Πρόκειται για τις προνύμφες των λεπιδοπτέρων Galleria mellonela (μεγάλος κηρόσκορος) και Achroia grisella (μικρός κηρόσκορος).
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Τα ενήλικα θηλυκά αποθέτουν τα αυγά τους σε χαραμάδες ή σχισμές αδύνατων μελισσιών, από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο.
Οι προνύμφες που βγαίνουν διασκορπίζονται μέσα στη κυψέλη ανοίγοντας στοές στις κηρήθρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι αφήνουν πίσω τους ένα μεταξένιο νήμα (Εικ.13). Τρέφονται με μέλι, κερί, αλλά κυρίως με γύρη και υπολείμματα του γόνου μέσα στο κελί (επιδερμίδες νυμφών), ενώ αγαπημένα μέρη των εντόμων είναι οι αποθηκευμένες κηρήθρες και μέσα στην κυψέλη αυτές οι κηρήθρες που δεν καλύπτονται από μέλισσες (συνηθισμένο φαινόμενο σε αδύνατα μελίσσια). Η ανησυχία που προκαλείται μέσα στις κυψέλες μπορεί να οδηγήσει και σε λιποταξία.

Να σημειωθεί ότι ο μικρός κηρόσκορος εκτός των παραπάνω, συγκρατεί με τα μεταξένια νήματα τις χρυσαλίδες της μέλισσας, οι οποίες κατά την ενηλικίωσή τους δεν μπορούν να βγουν από τα κελιά τους. Οι μέλισσες μοιάζουν σαν πνιγμένες με το κεφάλι τεντωμένο προς τα εμπρός και με την προβοσκίδα προς τα έξω.
Αντιμετώπιση
Για την καταπολέμηση του κηρόσκορου το πρώτο που πρέπει να γίνει ώστε να προφυλαχθεί το μελισσοκομείο είναι να διατηρούνται δυνατά μελίσσια.
Καλός καθαρισμός των τμημάτων της κυψέλης και η αποθήκευση των κηρήθρων σε ψυχρά μέρη με θερμοκρασίες μικρότερες των 10οC, ολοκληρώνουν τα μέτρα προφύλαξης.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι συνθήκες ψύξης (θ<5οC για 20 ημέρες) ή κατάψυξης (θ<-7οC για 4 ώρες), καταστρέφουν τον κηρόσκορο. Στο ίδιο αποτέλεσμα φτάνουμε με υψηλές θερμοκρασίες (46οC για 80 λεπτά).
Κατασταλτικά μέτρα είναι ο υποκαπνισμός με θειάφι (Ανά 3 σκεπασμένους ορόφους με κηρήθρες καίγονται 50-70gr θειαφιού. Ακολουθεί δεύτερη εφαρμογή μετά 10 ημέρες και τρίτη μετά 15-20 ημέρες), εξάτμιση οξικού οξέος (Με τον ίδιο τρόπο αφήνουμε να εξατμιστούν 250ml οξικού οξέος 80%) και τα σκευάσματα του βακτηρίου Bacillus thurigiensis.
Αίτιο
Πρόκειται για ένα πολύ μικρό εντομάκι (1,5Χ9mm) χωρίς φτερά με το όνομα Braula coeca (Εικ.14).
Συμπτώματα-Διάγνωση-Βιολογία
Δεν παρασιτεί στις μέλισσες, αλλά τις ενοχλεί “κλέβοντας” τις τροφές τους από τις οποίες ζει. Προτιμά να βρίσκεται πάνω στη βασίλισσα και τις νέες μέλισσες παραμάνες, χωρίς να αποκλείεται να τη συναντήσουμε και σε παλιές εργάτριες ή κηφήνες ειδικά κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν ο αριθμός των μελισσόψειρων είναι πολύ μεγάλος.
Η χειρότερη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει είναι να ασκήσει τέτοια ενόχληση στη βασίλισσα, που τελικά την οδηγεί σε εξάντληση και μέσα στο χειμώνα σε θάνατο. Μαζί με τη βασίλισσα χάνεται συνήθως και το μελίσσι.
Τελευταία η μελισσόψειρα δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα, μάλλον εξαιτίας της ιδιαίτερης προσοχής των μελισσοκόμων για τη βαρρόα.
Αντιμετώπιση
Σε περίπτωση που γίνει αντιληπτή η παρουσία της, απομακρύνεται εύκολα με καπνό τσιγάρου ή με ένα σπιρτόξυλο στην άκρη του οποίου υπάρχει βαμβάκι με κολλώδη ουσία (ακόμα και μέλι).


Εν συντομία αξίζει να αναφερθούν και κάποιοι άλλοι εχθροί των οποίων ο βιολογικός κύκλος δεν έχει και τόσο άμεση σχέση με τη μελισσοκοινωνία.
Οι αρκούδες, οι οποίες είναι ικανές να καταστρέψουν ολόκληρο μελισσοκομείο προκειμένου να φάνε μέλι, μπορούν να μείνουν μακριά από τις κυψέλες, αν τοποθετηθεί περίφραξη με ηλεκτρισμό ή ένα κασετόφωνο με συνεχή μουσική ή ακόμη και γαυγίσματα σκύλου. Να σημειωθεί εδώ ότι τα μελίσσια που καταστρέφονται από αρκούδες αποζημιώνονται από το κράτος.
Οι σφήκες (Vespa orientalis και V. crabo) αποτελούν ένα σοβαρό εχθρό αφού επιτίθονται στα μελίσσια αναζητώντας, όχι μόνο μέλι και γύρη, αλλά κυρίως τις ίδιες τις μέλισσες, τις οποίες σκοτώνουν για να εξασφαλίσουν πρωτεϊνούχο τροφή. Η αντιμετώπισή τους δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση. Το καλύτερο είναι να μπορέσουμε να εντοπίσουμε και να σκοτώσουμε τις μάνες-σφήκες τέλος φθινοπώρου, όταν ετοιμάζονται να διαχειμάσουν ή νωρίς την άνοιξη πριν δραστηριοποιηθούν και αρχίσουν να γεννούν. Επίσης παγίδες με προσελκιστικό κιμά, ψάρι, έντερα κλπ, πρέπει να υπάρχουν στο μελισσοκομείο από νωρίς την άνοιξη.
Η νεκροκεφαλή (Acherontia atropos), είναι μια μεγάλη νυκτόβια πεταλούδα, που ενοχλεί το μελίσσι προσπαθώντας να τραφεί με μέλι. Ο μελισσοκόμος αυτό που μπορεί να κάνει είναι να περιορίσει το άνοιγμα της εισόδου ενώ οι μέλισσες όταν την εντοπίσουν όχι απλά τη θανατώνουν αλλά τρυπούν τη κοιλιά της και παίρνουν όλο το μέλι τους πίσω.
Οι μελισσοφάγοι και τα χελιδόνια τρώνε μέλισσες κατά το πέταγμά τους, γι’ αυτό και αποτελούν εχθρούς του μελισσοκομείου. Δεν υπάρχει βέβαια τρόπος αντιμετώπισης παρά μόνο η απομάκρυνση του μελισσοκομείου.
Τα μυρμήγκια είναι πολύ ενοχλητικά για τις μέλισσες μέχρι σημείου λιποταξίας. Μπαίνουν σε μεγάλους αριθμούς μέσα στις κυψέλες, δαγκώνουν και κόβουν φτερά και πόδια μελισσών και θανατώνουν νεαρές μέλισσες. Αναφέρεται ότι φύλλα τομάτας που τοποθετούνται μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού σκεπάσματος απομακρύνουν τα μυρμήγκια.
Τα ποντίκια τέλος είναι ένας σοβαρός εχθρός αφού μερικές χρονιές είναι ικανά να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές. Μπαίνουν μέσα στην κυψέλη συνήθως για να ξεχειμωνιάσουν, αφού εκεί βρίσκουν ζεστασιά και τροφή. Μια απλή πρακτική για να αποφύγουμε τα ποντίκια είναι να στενέψουμε την είσοδο της κυψέλης ειδικά ως προς το ύψος.


ΜΕΡΟΣ 4ο

Από τα προαναφερόμενα συμπεραίνουμε ότι και η βιολογική μελισσοκομία δεν διαφέρει και πολύ από την συμβατική αντίληψη, να έχει δηλαδή το κατάλληλο σκεύασμα για το αντίστοιχο παθογόνο. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ίσως περνάμε σε μια “νεοσυμβατική” αντίληψη, όπου οι ουσίες που χρησιμοποιούνται απλά αλλάζουν μορφή, θεωρούνται φιλικότερες προς το περιβάλλον, τη μέλισσα και τον άνθρωπο.
Από τις επιτρεπόμενες ουσίες είναι τα αιθέρια έλαια διαφόρων φυτών, τα οποία δεν είναι άμοιρα ευθυνών σ’ ότι αφορά τα υπολείμματα. Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν έχει γίνει η απαραίτητη έρευνα για δύο κυρίως λόγους :
1.Τα περισσότερα αιθέρια έλαια περιέχουν πάνω από πενήντα συστατικά, κάτι που καθιστά πολύ δύσκολο τον διαχωρισμό και την ανίχνευση
2. Πολλά αιθέρια έλαια περιέχονται ήδη στο μέλι, από τον τρόπο συλλογής. Αυτό που μπορεί να κάνει η επιπλέον εφαρμογή είναι να τροποποιήσει τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των προϊόντων της μέλισσας. Γι’ αυτό και μόνο θα έπρεπε να υπάρχουν όρια ανίχνευσης.
Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό στη βιολογική μελισσοκομία είναι ότι πρέπει να εφαρμοστούν όλα τα μέτρα πρόληψης και υγιεινής ώστε να μην χρειαστεί να εκμεταλλευτούμε τη δυνατότητα που δίνει ο κανονισμός για χρήση κάποιων ουσιών.
Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι στην μελισσοκομία και ειδικά στην βιολογική αυτό που καρπώνεται ο άνθρωπος είναι η επιπλέον συλλογή και αποταμίευση τροφής, που γίνεται από τη μέλισσα, για χάρη της αναπαραγωγής και της διαχείμανσης. Για να πάρουμε αυτό το πλεόνασμα ίσως το μόνο που πρέπει να εξασφαλίσουμε στις μέλισσες είναι μια συνεχή ανθοφορία, με τις λιγότερες δυνατές μετακινήσεις. Άριστη (άγνωστο το κατά πόσο είναι πραγματοποιήσιμη) θα ήταν η εγκατάσταση του μελισσοκομείου μόνιμα σε μία περιοχή, με ικανοποιητική σε ποικιλία και διάρκεια ανθοφορία, ίσως και με κάποιο ανεκτό κόστος στην παραγωγή.
Τέλος, σύμφωνα με τα σύγχρονα μοντέλα ολοκληρωμένης διαχείρισης πρέπει να μας ενδιαφέρει και το οικονομικό όριο της ζημιάς. Σύμφωνα μ’ αυτό όταν ο πληθυσμός των βλαβερών πλησιάσει το οικονομικό όριο ζημιάς, ο μελισσοκόμος καλείται να αποφασίσει (ώστε να εξασφαλίσει κερδοφορία), ποιό είναι το αντιστάθμισμα, μεταξύ του κόστους της θεραπείας και του κέρδους από τον επιπρόσθετο τρυγητό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ          

1. Πρακτική μελισσοκομία   Θρασυβούλου Ανδρέας (Εκδ. Μελισσοκομική Επιθεώρηση)
2. Ασθένειες των μελισσών. Πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία. Νικολιδάκης Ευθύμιος
3. Μελισσοκομία. Επιστήμη και εφαρμογή. Υφαντίδης Μιχαήλ
4. Μελισσοκομική Επιθεώρηση (Διάφορα τεύχη)
5. Το ημερολόγιο εργασίας του μελισσοκόμου. Lieselotte Gettert (Εκδ. Βασδέκης)
6. Γύρω από τη γύρη. Μπίκος Αθανάσιος (Εκδ. Ψύχαλου)
7. Οικολογική αντιμετώπιση εχθρών και ασθενειών των μελισσών. Μπούρμπος Β. (Περιοδικό ΔΗΩ τ.3)
8. Effect of lactic acid as the only control method of Varroa mite populations during four successive years in honeybee colonies with a brood-free period. Brodsgaard C., Hansen H.,Hansen C. Apiacta 32,1997 p.81
9. Succwssful trapping of Varroa Jacobsoni with drone brood in broodless Apis mellifera colonies.Calis J. etc Apiacta 32, 1997 p.65
10. Effectiveness and residue levels of 3 methods of menthol application to honey bee colonies for the control of tracheal mites. Nelson D.etc Apidologie 1993, 24 p.549
11. Efficiency checking of the Varroa jacobsoni control methods by means of oxalic acid. Imdorf A., Charriere J-D., Bachofen B. Apiacta 32, 1997 p.89
12. A gel formulation of formic acid for the control of parasitic mitew of honey bees. Feldlaufer M., Pettis J., Kochansky J., Shimanuki H. American Bee Journal 137(9) 1997 p.661
13. Failure of formic acid to control Varroa jacobsoni in a hot climate. Wilson W., Collins A.M. American Bee Journal 133(12) 1993 p.871
14. Formic acid or Amitra z for spring or fall treatment of Acarapis woodi. Wilson W., Collins A.M. American Bee Journal 133(12) 1993 p.871
15. Comparison of formic acid sampling with other methods used to detect Varroa mites. Ellis M., Baxendale F. American Bee Journal 132(12) 1992 p.807
16. Treatment of sealed honey Bee brood with formic acid for control Varroa jacobsoni. Ingemar F. American Bee Journal 131(5) 1991 p.313
17. Flour dusting controls Varroa disease. Shah F., Shah T. American Bee Journal 128(1) 1988 p.27
18. Varroa jacobsoni in Costa Rica : detection, spread and treatment with formic acid. Veen J., Calderon Fallas R., Murillo C.A., Arce Arce H. Bee World 79(1) 1998 p.5
19. Diseases and parasites, eradication or management : what strategy for honey bee health? Nasr M., Kevan P. Bee World 80(2) 1999 p.53
20. Five years of bi-directional genetic selection for honey bees resistant and susceptible to Varroa gacobsoni. Kulincevic J., Rinderer T., Mladjan V., Buco S. Apidologie 23 1992 p.443
21. Use of essential oils for the control of Varroa jacobsoni in honey bee colonies. Imdorf A., Bogdanov S., Ochoa Ibanez R., Calderone N. Apidologie 30 1999 p.209
22. Activites in vitro de plusieurs huiles essentialles sur Bacillus larvae et essai au rucher. Floris I., Carta C., Moretti MDL. Apidologie 27 1996 p.111
23. Therapy of Varroatosis and its effects Engels W., Rosenkranz P. Apidologie 23,4 1992 p.379
24. Heat treatment of brood combs for Varroa control. Appel H., Bucher R. Apidologie 22,4 1991 p.471
25. Preliminary report on lactic acid winter application as treatment of varroatosis. Kraus B. Apidologie 22,4 1991 p.473
26. Treatment against varroatosis using compounds of essential oils. Rickli M., Imdorf A., Kilchenmann V. Apidologie 22 1991 p.417
27. Effective control of varroatosis using powdered thymol. Chiesa F. Apidologie 22 1991 p.135
28. Φωτογραφικό υλικό από τα (1), (2) και (3).